παράς — Ασημένιο οθωμανικό νόμισμα, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1623. Αρχικά περιείχε 1,1 γραμμάρια ασήμι. Από τα τέλη του 17ου αι. εξελίχθηκε σε βασική νομισματική μονάδα, ίση με 1/4 του πιάστρου. Στα μέσα του 19ου αι., η περιεκτικότητά του σε ασήμι… … Dictionary of Greek
παράς — ο (λ. τουρκ.) 1. υποδιαίρεση τουρκικού νομίσματος. 2. το χρήμα γενικά, η περιουσία: Έχει πολλούς παράδες. 3. μτφ., μηδαμινή αξία: Άπιαστα πουλιά, δέκα στον παρά … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
Авлонитис, Василис — Эту статью следует викифицировать. Пожалуйста, оформите её согласно правилам оформления статей … Википедия
SCYMNUS Chius — compluribus libris orbem descripsit; teste Stephano in Πάρας … Hofmann J. Lexicon universale
-αδάκι — κατάληξη υποκοριστικών, π.χ. φτωχ αδάκι, βορι αδάκι, ντολμ αδάκι. Αποτελεί επεκτεταμένη μορφή τής υποκοριστικής καταλήξεως άκι από την κατάληξη τού πληθ. αδες, π.χ. παράς παράδες παραδάκι … Dictionary of Greek
αναπαραδιά — η έλλειψη χρημάτων, αψιλία, απενταρία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα * στερ. + παράδες, πληθ. τού παράς] … Dictionary of Greek
κάλπικος — η, ο (Μ κάλπικος, η, ον) [κάλπης] (για νομίσματα) κίβδηλος, πλαστός, παραποιημένος, ψεύτικος νεοελλ. 1. μτφ. για πρόσ. δολερός, κατεργάρης 2. φρ. α) «κάλπικος παράς» άνθρωπος χωρίς καμιά αξία β) «τόν γνωρίζουν σαν κάλπικη δεκάρα» είναι γνωστός σε … Dictionary of Greek
λαπαδιάζω — 1. βράζω το φαγητό, και ειδικά το ρύζι, τόσο ώστε να χυλώσει, κάνω το φαγητό λαπά 2. (αμτβ.) γίνομαι λαπάς («το φαγητό λαπάδιασε»). [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. λαπαδ (λαπάδες) τού λαπάς + κατάλ. ιάζω (πρβλ. παράς [παράδες]: ξεπαραδ ιάζω)] … Dictionary of Greek
ξεπαραδιάζω — 1. υποβάλλω κάποιον σε μεγάλα έξοδα 2. μέσ. ξεπαραδιάζομαι μένω χωρίς χρήματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξ(ε) * + παράς / παράδες] … Dictionary of Greek
ουρά — (Ανατ.). Το πίσω άκρο του κορμού κάθε ζώου. Αντίθετο, η κεφαλή. Η ο. των ζώων, στα σπονδυλωτά, αποτελεί προέκταση της σπονδυλικής στήλης και είναι ευκίνητη εξαιτίας των πολλών συσταλτικών και διασταλτικών μυών. Φυτρώνει λίγο πιο πάνω από την έδρα … Dictionary of Greek
παραδάκι — το (στον εν. και στον πληθ.) χρήματα, λεφτά φρ. «τό φυσάει το παραδάκι» ή «έχει πολλά παραδάκια» έχει πολλά χρήματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < πληθ. παράδ ες τού παράς + υποκορ. κατάλ. άκι] … Dictionary of Greek